ImageIt was after five when they buried me. I took a deep breath just before I was covered with dirt and sank into darkness. Then it started raining. The water dripped all over me, around me, inside me. It talked: ‘Don’t worry. Soon you’ll see the light again.’

Yeah! Sure. I didn’t need such kindness. They stuffed me inside a tomb, without hope, to deal with that unbearable silence. Did I say silence? No. Not silence. When sight became obsolete, my ears started picking up sounds. There was a lot going on in there. First it was the endless tramping of millions of ants digging catacombs, carrying loot, satisfying the queen. Then it was the hissing. Devouring worms trying to spot me. And something else I couldn’t explain. Something that was coming right inside of me. A kind of intestine swelling. My skin being torn apart. A disease of the darkness.

Every day I heard voices coming from the world above the ground. They stamped on my grave with their heavy galoshes and laughed. The pigs! I’d like to see them being in my shoes. My only relief was when rain soaked the ground, refreshing my bones, making me feel alive. Its voice became a balsam to my painful existence:

‘Soon now. You’re going to see the light in a few days.’

During the endless hours debating with myself, I was wondering what the hell did I do to deserve such punishment. Even if I was a murderer, they would have given me the electric chair and everything would be over in a minute. But this torture was to last forever. There was no sense of time inside the bowels of the earth.

Suddenly, I heard a girl’s scream creeping out of my left. Another soul had been buried there. I think even deeper. I suppose I should thank God for there was worse.

‘Is anybody there?’ I yelled. ‘Do you hear me? Are you buried in here too?’

A strangled sigh. I stretched my ears. ‘Help!’ I heard a woman crying clearly now: ‘Is anybody there?’

‘Yes! I can hear you!’ My heart filled with joy. ‘You’re not alone. I’m down here too. Next to you!’ And that next to you gave me the power to live. Because now I had to be strong for also her.

‘My skin!’ she cried. ‘It’s cracking open!’

‘Don’t worry! It happens. You have to be patient. I heard that in a couple of days we’ll be out of here!’

I tried to make my voice soothing and convince myself that the rumours were true. ‘The only thing you need to do is try to move as little as possible. Don’t let the worms feel you’re here. Do you understand? It’s just a matter of time. Try to hold on.’

I knew I had given her hope. She was not crying anymore. How I wish I could see her. Hold her tight against my body. But the ground was thick and I was weak. The rain, my redeemer, fell on me. ‘Tomorrow,’ it whispered. ‘You’re out tomorrow.’

I wish it was right. ‘Will the girl come out too?’ I shouted, but there was no answer. Only dripping.

‘Do you hear me?’ I yelled to her. ‘We’ll be out of here by tomorrow!’

But there was no response. Just a sound coming right out of hell’s jaws. A worm was eating something or someone on my left.

It wasn’t fair. I couldn’t lose my best friend like that. I bit myself hard, bones and muscles hurt, and I let out a scream that froze the pigs’ laughter overground, I’m sure. My body opened up like ripe melon. A green stuff came out of my skin and moved straight up. Was I dying? I tore up the layer separating dirt from sky and burst out in the sunlight. Barely. But I could breathe the air again.

A hand touched me. ‘Look, Dad! Here comes the first bean!’

Oh my God! I was a bean. I was never going to walk, love, go to school. Never get married or have a dog or a car or spend lazy Sunday mornings reading my newspaper in the living-room.

I gazed at the open fields. The other beans would spring out any minute now. Except for the bean on my left. She wasn’t given the chance. At least, I thought, she died without knowing. Who knows? Maybe she was the luckiest of us all.

Published in Greek by Planodion Literary Magazine, 25/10/2010

Leave a comment

Filed under Short Stories

Ο ήλιος έδυε και σκέφτηκε ότι είχε περάσει πολλές ώρες κοιτάζοντας τον ίδιο ουρανό. Τα σύννεφα δεν κουνιόντουσαν καθόλου. Είχαν μείνει κολλημένα στο ταβάνι, άλλα στρογγυλά, άλλα τετράγωνα, από το πρωί. Ήταν η ώρα που έκλειναν οι εταιρίες και κοπάδια κουστουμιών κατέβαιναν την όχθη, σαν μια πολιτική συγκέντρωση πιγκουίνων. Μπλε και γκρι κουστούμια με πολύχρωμες γραβάτες γύρω από αναψοκοκκινισμένους λαιμούς που λαχταρούσαν να καταπιούν δροσερές γουλιές μπύρας. Είχε κρύο εκείνη τη μέρα και οι ανάσες τους έβγαιναν σαν ξεφυσήματα μικρών δράκων, ενώνονταν κάπου κάτω από το πηγούνι τους και πέφτανε βαριές πάνω στον πάγο που είχε μαζευτεί στα κιγκλιδώματα της όχθης.

Τα έβλεπε όλα αυτά ενώ έπλεε ανάσκελα πάνω στο νερό, το ένα χέρι της μισοβυθισμένο και χορευτικό σα φτερούγα κύκνου, το άλλο πιασμένο μέσα στη χοντρή, μάλλινη ζακέτα, φυλακισμένο από το βρεγμένο μαλλί, άβουλο να προβάλει οποιαδήποτε αντίσταση. Τα έβλεπε όλα ξεκάθαρα, γιατί τα μάτια της ήταν ολάνοιχτα στο φως και στην κίνηση γύρω από τον Τάμεση. Αλλά παρ’ όλες τις εικόνες και τα χρώματα, εκείνη σκεφτόταν ότι δεν είχε προλάβει να κάνει τις δουλειές της Κυριακής. Δεν είχε βάλει μπουγάδα, δεν είχε τακτοποιήσει τα ντουλάπια της κουζίνας, δεν είχε τινάξει τα μαξιλάρια του καναπέ, δεν είχε καθαρίσει τη λεκάνη της τουαλέτας ούτε είχε σφουγγαρίσει το πάτωμα. Το χειρότερο όμως ήταν ότι δεν του είχε μαγειρέψει. Δεν είχε καθαρίσει τις πατάτες, δεν τις είχε βάλει προσεκτικά γύρω από το μπούτι του αρνιού, όπως το ήθελε εκείνος, δεν είχε ρίξει αλάτι ούτε ρίγανη ούτε είχε στύψει λεμόνι πάνω από τη γυαλιστερή επιφάνεια με το λίπος και το λάδι. Ο φούρνος ήταν σβηστός. Και τόσο κρύος όσο τα σιδερένια κάγκελα πάνω από το νερό.

Το ποτάμι την μετέφερε απαλά προς τα δεξιά. Ένα ζευγάρι τουριστών που κοίταζαν τα νερά, την είδε. Η γυναίκα άφησε μια κραυγή και όλοι εκείνοι οι άνθρωποι με τα κουστούμια, αλλά ακόμη και οι άλλοι χωρίς, έστρεψαν τα πρόσωπά τους καταπάνω της. Ευχήθηκε να μην της είχε φύγει το μέικαπ που κάλυπτε τη χλωμή της όψη και της έδινε λίγο χρώμα στα μάγουλα.

Το πλήθος εξακολούθησε να ουρλιάζει και να την δείχνει με απρέπεια. Της θύμισε πώς ούρλιαζε κι εκείνος το προηγούμενο βράδυ, περισσότερο σαν γαύγισμα λυσσασμένου σκύλου, όταν είδε ότι δεν του είχε ράψει την τρύπα στην κάλτσα του. Είχε δίκιο να εκνευριστεί. Της το είχε πει από την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά εκείνη, με την αφηρημάδα της, το ξέχασε. Του έβαλε ένα ποτήρι νερό, γιατί κατάλαβε από τη φωνή του, ότι το λαρύγγι του είχε στεγνώσει. Το άρπαξε και το έριξε πάνω της. Σκέφτηκε ότι δεν ήταν ευγενικό, με τη θερμοκρασία που επικρατούσε, αλλά δεν είπε τίποτα. Άρχισε να τακτοποιεί τα ντουλάπια πίσω της, με την ελπίδα ότι θα ηρεμούσε, θα καθόταν στον καναπέ, θα έβλεπε τηλεόραση και θα αποκοιμιόταν όπως έκανε τόσες φορές. Η αλήθεια είναι ότι δεν της πέρασε από το μυαλό, ότι θα άνοιγε το συρτάρι που φύλαγε τα μαχαίρια, θα έπαιρνε το πιο κοφτερό, εκείνο που το θεωρεί δικό της, το μαχαίρι που παίρνει μαζί της ακόμη και στις διακοπές και θα την έσκιζε παντού, με τέτοια ακρίβεια, που της θύμισε τις χαρακιές που έκανε στο χοιρινό μπούτι για να βάλει μέσα το αρωματικό της βούτυρο με δεντρολίβανο και θυμάρι.

Αισθάνθηκε αδικημένη, γιατί τον φρόντιζε τρία χρόνια τώρα με όλη της την αγάπη. Τον φιλούσε στην κορυφή του κεφαλιού, εκεί που αραίωναν τα μαλλιά του, του έφτιαχνε τον γιακά, τον χάιδευε όποτε καθόταν δίπλα της. Συνήθως εκεί πάνω στον καναπέ, βλέποντας τηλεόραση.

Και τώρα, να που πλέει πάνω στο κρύο νερό, σαν να βρίσκεται στην κρουαζιέρα που της είχε υποσχεθεί. Ενοχλείται που είναι τυλιγμένη με τη γκρίζα ζακέτα που ποτέ δεν φοράει εκτός σπιτιού και που ένα σωρό άγνωστοι τη δείχνουν και φωνάζουν. Κάνει το μόνο που μπορεί να κάνει. Καμώνεται πως δεν τους βλέπει και κοιτάζει τα σύννεφα που είναι κολλημένα και ακούνητα. Καθώς ο ήλιος αρχίζει να τα βάφει ροζ και βιολετιά, της φαίνεται ότι όλα ησυχάζουν. Ότι ο μόνος ήχος που ακούγεται είναι ο παφλασμός πάνω στο σώμα της. Ένας ρυθμός επαναληπτικός και σίγουρος, που την ανακουφίζει, καθώς σιγά-σιγά το ποτάμι τη σπρώχνει προς την ξηρά.

Δημοσιεύτηκε 30/7/2017 από το περιοδικό Πλανόδιον


Leave a comment

August 2, 2017 · 7:36 am


The sun began to set and she thought how time had passed looking at the same sky with its clouds glued. It was the end of the day for most companies and herds of suits were trampling down the riverbank like a political meeting for penguins. Blue and grey suits with colourful nooses fluttering around dry throats dying for a pint of beer.

It was nippy and their breath resembled baby dragon puffs, which thickened under their chin and fell down heavily on the frozen railings on the river.

She could see all that while floating on her back, one arm half sunk and swaying like a swan’s wing. The other caught inside her soaked woolen jacket was unable to move. She could see everything clearly, because her eyes were wide open to the light and the movement around the Thames.

But despite the images and colours and motion, the only thing she could think of was that she hadn’t found the time to do her Sunday chores. She hadn’t done the laundry nor tidied the kitchen cupboards, hadn’t fluffed the pillows, brushed the toilet bowl, hadn’t mopped the floor. But the worst thing was she hadn’t cooked for him. Hadn’t peeled the potatoes and arranged them carefully around the leg of lamb, like he likes, hadn’t seasoned the meat with salt and oregano and hadn’t squeezed any lemon on top of the surface shining with fat and oil. The oven was as cold as the railings above the water.

The river carried her softly towards the right bank. A young couple overlooking the river saw her. The girl screamed and the people in suits turned and looked. She wished she still had her makeup on.

The crowd continued to scream and point at her. It reminded her of how he’d shouted at her the night before. Barking like a dog with rabies because she hadn’t stitched the hole in his sock. He’d told her about the hole a week ago and she, being the absent minded person she is, forgot all about it.

She gave him a glass of water after hearing how dry his throat was. He threw the water at her. She didn’t think that was very polite, water being so cold and all, but she said nothing. She started tidying up the wardrobe behind her, hoping he would calm down, sit on the sofa, watch TV and fall asleep like every other time.

Not for a moment did she think he would open the drawer where she kept the knives, take the sharpest one of all, her knife, the one she never leaves behind even when they go on holidays, and slit her body the same way she does on the leg of lamb.

She’d been taking care of him for three years now with all her love. She used to kiss him on the top of his head where his hair was thinning, straighten his collar, stroke him every time he sat close to her. There on the sofa watching TV.

Look at her now, floating on the cold water like she is on that cruise he’d promised her. She hates wearing that grey woolen house jacket in front of all these strangers who point and shout improperly at her. She does the only thing she can. Pretends she doesn’t see them and looks at the clouds all glued and immobile. As the sun paints them pink and violet, she feels things are quieting down. The only sound she hears now is the splatter of the water on her body. A repetitive, self-assured sound that comforts her as the river pushes her gently towards the shore.

Leave a comment

Filed under Short Stories

Τριαντάφυλλα με μπακαλιάρο

bakaliarosΗ Σελένα άνοιξε το μαγαζί της και αντί να μυρίσει κίτρινα εκατόφυλλα τριαντάφυλλα, μύρισε μπακαλιάρο. Σκέφτηκε μήπως ο αέρας έφερνε τη μυρωδιά από τα ιχθυοπωλεία που τακτοποιούσαν τα ψάρια τους κάθε μέρα ανάλογα με το χρώμα σαν να ήταν μακό πάνω σε ράφια. Μπορεί να ήταν κι εκείνος ο πνιχτός αέρας του Αυγούστου, που φύσαγε σκόνη πάνω στα κοντέινερ, που αποτελούσαν το εμπορικό κέντρο της περιοχής. Σιδερένια μαγαζιά, το ένα πάνω στ’ άλλο, σαν λέγκο, στοιβαγμένα από το χέρι κάποιου γίγαντα. Κουτιά από λαμαρίνα, δίχως παράθυρα, γεμάτα από τις πιο αλλοπρόσαλλες πραμάτειες. Τασάκια φτιαγμένα από πόδια κατσίκας, μαχαιροπίρουνα από τσίγκινους τενεκέδες, γιαπωνέζικες λιχουδιές σερβιρισμένες σε φύλλα συκιάς και τα ονομαστά κίτρινα εκατόφυλλα της Σελένας, που καλλιεργούσε η ίδια στον μικρό της κήπο, στην άκρη της πόλης. Εκεί που δεν έφτανε ο αέρας αλλά μόνο η βροχή.

Έσκυψε και μύρισε το μεγάλο τριαντάφυλλο της εισόδου. Η μυρωδιά τού μπακαλιάρου άρπαξε τα ρουθούνια της σαν σκελετωμένο χέρι που γράπωσε τη μύτη της για να βγει από τον τάφο. Αποφάσισε να μη δώσει άλλη σημασία και να συνεχίσει με τις μικροδουλειές της μέρας.

Ο Μάλιγκαν είχε μια μαύρη τρύπα στο πουλόβερ του την ώρα που μπήκε στο μαγαζί της. Ήταν από την Ιρλανδία και δεν θυμόταν πώς βρέθηκε στη γειτονιά με τα κοντέινερ. Τέντωσε τα αυτιά του, μαγεμένος από τα μικρά τζαμαϊκανά τιτιβίσματα που αντάλλασσαν στις κουβέντες τους οι μαγαζάτορες.

Η μυρωδιά του κοντέινερ της Σελένα τον τράβηξε με τη μία. Μόλις είδε το σοκολατένιο πρόσωπό της και το κορμί της που του θύμιζε τα χόρτα του Λίμερικ όταν χόρευαν στον δυτικό καλοκαιρινό άνεμο, αποφάσισε να μείνει. Μπήκε στο μαγαζί τόσο αθόρυβα, που εκείνη δεν τον πήρε χαμπάρι, παρά συνέχισε να χτενίζει τα τριαντάφυλλα, πέταλο με πέταλο, με μια χτένα από ταρταρούγα. Την πλησίασε, καθώς αυτή βούτηξε τα δάχτυλά της μέσα σε αγιασμένο νερό και τίναξε τις σταγόνες του πάνω στα λουλούδια που άρχισαν να τρέμουν και να κλείνουν σαν χείλια που ετοιμάζονται να φιληθούν, βγάζοντας μια θεσπέσια μυρωδιά με νότα το άρωμα του θεού. Κάτι αρχέγονο και ουράνιο, που η συνταγή του υπήρχε γραμμένη μόνο στα μυστικά κιτάπια των τζαμαϊκανών σαμάνων που ήταν οι προπάπποι της Σελένα.

Ο Μάλιγκαν κοίταξε ένα γύρο στο σιδερένιο θερμοκήπιο και θυμήθηκε ότι ήταν οδηγός νταλίκας και οδηγούσε τέτοια κοντέινερ, από το Κίλιμπεγκ στα Ντοκλαντς του Λονδίνου, φίσκα στον μπακαλιάρο. Εκεί στο Λονδίνο τα άδειαζε, όπως άδειαζε τα σωθικά του από τις ιρλανδέζικες μαύρες πουτίγκες και τις Γκίνες και μετά τα έφερνε πάλι πίσω στην πατρίδα του, για να τα γεμίσει ξανά, όπως ξαναγέμιζε το στομάχι του με πηχτή σούπα από νεφρά, πικάντικες κοιλίτσες, γεμιστές καρδούλες σχάρας και τηγανητά συκωτάκια βουτηγμένα στο αυγό και τη φρυγανιά. Είχε ένα ολοστρόγγυλο στομάχι, αλλά ξεγελούσε το μάτι χάρη στις τετράγωνες πλάτες του. Όλα τα παλικάρια του Λίμερικ είχαν μεγάλες πλάτες, απομεινάρι από τους παππούδες που τις είχαν φτιάξει έτσι για να αντέχουν τον ζυγό των Άγγλων.

Κοίταξε τη Σελένα καθώς έσκυβε πάνω από τα τριαντάφυλλα και αναρωτήθηκε πώς το βρώμικο σίδερο που ρουφούσε το αλατισμένο κορμί των μπακαλιάρων τού Κίλιμπεγκ μπορούσε να φιλοξενήσει κάτι τόσο θεσπέσιο και άσπιλο. Ξερόβηξε για να της τραβήξει την προσοχή, αλλά και πάλι δεν τα κατάφερε. Προσπάθησε να της μιλήσει, αλλά η φωνή του βγήκε από το λαρύγγι του τόσο στενή που δύσκολα θα χώραγαν δυο φωνήεντα μαζί. «Δεσποινίς…» Εκείνη έριξε μια ματιά από την άλλη μεριά, εκεί που δυο τριαντάφυλλα είχαν σκύψει το ένα πάνω στο άλλο.

Πήγε δίπλα στο αυτί της. Της ψιθύρισε. Της φώναξε. Της έκανε νόημα με τα χέρια του. Τίποτα. Εκείνη ήταν τυφλή, κουφή και αναίσθητη όπως μόνο οι Τζαμαϊκανές μπορούν να είναι όταν βγαίνουν από την κοιλιά της μάνας τους, τόσο όμορφες.

Κάθισε σε μια γωνιά και την περίμενε όλη τη μέρα. Την είδε να μιλάει γλυκά στους γέρους, να κουτσομπολεύει με τις γυναίκες, να κατεβάζει τα μάτια μπροστά στους άντρες, να χαϊδεύει παχουλά μωρά, την είδε να μαζεύει τα απούλητα τριαντάφυλλα με πέταλα ξερά, να τα ζωντανεύει και να φτιάχνει έναν κήπο. Την περίμενε όλη την ημέρα, μέχρι που αυτή έκλεισε το μαγαζί, έφυγε και έπεσε το σκοτάδι. Εκεί μέσα στους ψίθυρους των λουλουδιών, μέσα στο σφραγισμένο κοντέινερ, όπου ούτε μια αχτίδα του φεγγαριού δεν μπορούσε να περάσει, υποσχέθηκε στον εαυτό του να την περιμένει και την επόμενη μέρα και μετά την επόμενη. Να την περιμένει μέχρι εκείνη να του δώσει σημασία.

Κάθισε στη γωνιά του εβδομάδες, μπορεί και χρόνια. Έμαθε το πρόσωπό της, όπως τα παιδιά μαθαίνουν το πρόσωπό της μάννας τους. Όταν ήταν λυπημένο, ζάρωνε σαν διψασμένο πέταλο από τριαντάφυλλο και όταν ήταν χαρούμενο τεντωνόταν και γυάλιζε κάτω απ’ τον ήλιο και σιγοτραγουδούσε για τις ομορφιές της Καραϊβικής. Γλυκεροί σκοποί που έκαναν τα λουλούδια να μυρίζουν δυνατότερα. Ζήλεψε όταν την είδε να κοιτάζει με τρόπο που δεν κοίταξε ποτέ κανέναν, έναν λιμοκοντόρο από τη Μαδαγασκάρη, και έκλαψε μαζί της όταν εκείνος την άφησε και πήγε πίσω στο χωριό του. Ήταν ο χρόνος της αδυναμίας της και στήριζε το κεφάλι της στις δυο της παλάμες, κλαίγοντας από το πρωί. Τα τριαντάφυλλά της είχαν γεμίσει ρυτίδες. Άρωμα κανένα. Το μαγαζί άδειο. Τότε τόλμησε για πρώτη φορά να αγγίξει τα μάτια της, με τα μεγάλα σαν λουκάνικα δάχτυλά του και να της σκουπίσει τα δάκρυα. Εκείνη, κάτι αισθάνθηκε και σήκωσε το κεφάλι. Ο Μάλιγκαν της φύσηξε τα μάτια, που κοιτούσαν κάπου αόριστα, σαν να ήταν τυφλή. Πόσο ευχόταν να συγκέντρωνε το βλέμμα της επάνω του, έστω και μόνο μια φορά. Τη φίλησε απαλά στα χείλια κι εκείνη είπε: «Πώς γίνεται να μυρίζει συνέχεια μπακαλιάρος;»

Δεν ήταν η επαφή που είχε ονειρευτεί ο Μάλιγκαν, αλλά ήταν κάτι. Και μετά από αυτό φάνηκε ότι συνήλθε, γιατί ξαναμπήκε στη ρουτίνα της καθημερινότητάς της. Του φάνηκε μάλιστα ότι κάθε πρωί που άνοιγε το μαγαζί, πρώτα έριχνε μια ματιά στη γωνιά που καθόταν εκείνος, χωρίς να τον κοιτάζει κατευθείαν, αλλά κάπου γύρω από αυτόν.

Έτσι πήρε τη δύναμη να την περιμένει κι άλλο. Πέρασαν τριάντα χρόνια από τότε. Την περίμενε και μετά από τον μεγάλο σεισμό που κατάπιε ολόκληρα χωριά με τριαντάφυλλα. Την περίμενε αμέτρητα σκοτεινά βράδια και αμέτρητα γυρίσματα του κλειδιού στην πόρτα. Είδε την όμορφη πλάτη της να κυρτώνει, τα πυκνά μαύρα μαλλιά της να ασπρίζουν, τα ψηλά της πόδια να κρύβονται μέσα σε μακριά φουστάνια, τα φωτεινά της μάτια μέσα σε σκούρα γυαλιά. Το άρωμά της όμως παρέμενε το ίδιο. Όπως και η αγάπη του.

Ώσπου ήρθε μια μέρα, ένα πρωινό του Αυγούστου που ο αέρας φύσαγε τη σκόνη πάνω από τα κοντέινερ, που η πόρτα της Σελένα δεν άνοιξε. Του φάνηκε αδύνατο, γιατί εκείνη γύριζε το κλειδί ακριβώς στις οκτώ και δέκα, κάθε μέρα κάθε χρόνου. Κάθισε στο σκοτάδι μπερδεμένος. Μετά σηκώθηκε και πότισε τα τριαντάφυλλα, όπως έκανε εκείνη και κορφολόγησε τα πέταλά τους, όπως το έκανε εκείνη. Ακούστηκε το κλειδί και η καρδιά του σκίρτησε. Το φως τον τύφλωσε και καθόταν εκεί χαζεύοντας τη γυναικεία φιγούρα που στεκόταν στο κατώφλι, αλλά το στομάχι του ανακατεύτηκε, γιατί κάτι μέσα στο εκτυφλωτικό φως, κάτι μέσα στον καυτό αέρα, ήταν ολωσδιόλου λάθος. Η γυναίκα που στεκόταν εκεί στο κατώφλι, δεν ήταν η Σελένα. Ήταν η φίλη της που είχε το διπλανό κοντέινερ με τα ρούχα. Άρχισε να μαζεύει τα τριαντάφυλλα και να τα πετάει στα σκουπίδια. Και μαζί τα κοκάλινα εργαλεία, τα αιθέρια έλαια των φύλλων και τα δυναμωτικά βοτάνια για τις ρίζες. Τα πέταξε όλα εκτός από τη χτένα από ταρταρούγα. Αυτή την έβαλε στην τσέπη της. Θόλωσε το μυαλό του. Σηκώθηκε και άρχισε να χοροπηδάει με όλο το βάρος που κουβαλούσε. Το κοντέινερ κουνιόταν πάνω-κάτω, κάτι βάζα έπεσαν και έσπασαν, ενώ η γυναίκα τρομαγμένη πετάχτηκε έξω φωνάζοντας:

«Duppy… duppy…» που στη γλώσσα των τζαμαϊκανών σημαίνει φάντασμα.

Ο Μάλιγκαν όρμησε έξω από το κοντέινερ και έτρεξε προς τους αγρούς. Μετά από καμιά ώρα, βρέθηκε σε ένα λιβάδι με εκατόφυλλα. Προχώρησε μέσα από τα τριαντάφυλλα και τα μπουμπούκια άνοιγαν στο πέρασμά του. Στο βάθος, εκεί που άρχιζε να βαραίνει ο ήλιος τα βλέφαρά του, την είδε. Η Σελένα νέα, όμορφη, σκυμμένη πάνω από τα τριαντάφυλλα σιγοτραγουδούσε εκείνο το τραγούδι που ήξερε κι αυτός καλά. Η φωνή του ενώθηκε με τη δική της. Σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Για πρώτη φορά τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Του άπλωσε το χέρι της κι αυτός το κράτησε σφιχτά. Ένα μικρό, ανήσυχο πουλί μέσα στη χούφτα του.

«Το ήξερα πως θα ήσουν μεγάλος και ψηλός και ξανθός», του είπε.

«Γιατί ήρθα σε σένα;» τη ρώτησε.

«Το κοντέινερ», του απάντησε. «Οδηγούσες το κοντέινερ. Ήσουν φορτωμένος, όταν γλίστρησες στον πάγο. Πετάχτηκες έξω από το παράθυρο και χτύπησες στις πέτρες. Γέμισε ο τόπος αίματα και μπακαλιάρους. Πέθανες αμέσως. Γι’ αυτό δεν το κατάλαβες. Ακολούθησες το κοντέινερ».

«Και βρήκα εσένα», της ψιθύρισε.

«Όλα αυτά τα χρόνια, ευχόμουνα να αντέξεις την αναμονή. Το ήξερα ότι καθόσουν στη γωνία».

«Τώρα πια μπορούμε να είμαστε μαζί», της είπε σφίγγοντάς την επάνω στο σκληρό του στήθος.

Τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Απλά», του είπε, «κάνε πρώτα ένα μπάνιο. Αυτή η μυρωδιά του μπακαλιάρου, δεν αρέσει καθόλου στα τριαντάφυλλά μου».


Filed under Μικρές Ιστορίες

Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης: Ἱστορίες Μπονζάι 2014. Τετραετὲς ἀπάνθισμα.

Πλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι




[Μό­λις κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης ἀν­θο­λο­γί­α ἀ­πὸ τὴν ὕλη τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας μὲ τί­τλο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14. 83 Μι­κρὰ Δι­η­γή­μα­τα (σελ. 368). Μπο­ρεῖ­τε νὰ τὴν ἀ­να­ζη­τή­σε­τε στὰ κεν­τρι­κὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α (δεῖτε καὶ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος», ἐγγραφὴ 19-11-2014). Ἐ­δῶ, πρὸς ἐ­νη­μέ­ρω­ση τῶν ἀ­να­γνω­στῶν μας, ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­ου­με τὸ «Εἰ­σα­γω­γι­κὸ ση­μεί­ω­μα» τῶν ἀν­θο­λό­γων:]


Ἡρὼ Νικοπούλου – Γιάννης Πατίλης


Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι 2014

Τε­τρα­ε­τὲς Ἀ­πάν­θι­σμα


06-Taph-Century_Mag_Illuminated_T_HobbemaA Ο­ΓΔΟΝ­ΤΑ ΤΡΙΑ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ πα­ρόν­τος τό­μου συ­νι­στοῦν μιὰ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἀν­θο­λό­γη­ση ἀ­πὸ τὰ 566 δι­η­γή­μα­τα ποὺ ἀ­ναρ­τή­θη­καν στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα μας Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ἀ­πὸ τὴν ἡ­μέ­ρα ἐκ­κί­νη­σής της στὶς 5 Ἀ­πρι­λίου τοῦ 2010 ἕ­ως καὶ τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ 2014, τῆς χρο­νιᾶς ποὺ δι­α­νύ­ου­με.

       Ὡ­ρι­σμέ­νως, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­πάν­θι­σμα ἀ­πο­τε­λεῖ στὴν οὐ­σί­α του μιὰἀν­θο­λο­γία ἀν­θο­λο­γί­ας, ἐ­πει­δὴ αὐ­τὸς ἀ­κρι­βῶς ἦ­ταν καὶ πα­ρα­μέ­νει ὁ ἀρ­χι­κὸς σχε­δια­σμὸς τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου: νὰ εἶ­ναι στὸν με­γα­λύ­τε­ρο δυ­να­τὸ βαθ­μὸ τὸ ἴ­διο μιὰ διαρ­κὴς ἀν­θο­λο­γί­α. Ὁ χα­ρα­κτή­ρας αὐ­τός, κρί­σι­μος γιὰ…

View original post 926 more words

Leave a comment

Filed under Short Stories

Η κόντρα

Illustration by Burcu Musselwhite









Πριν από κάθε κόντρα έλεγχε τα σύννεφα σπιθαμή προς σπιθαμή. Πηδούσε πάνω τους για να δει την αντοχή τους κι έτρεχε από τη μια άκρη ως την άλλη για να διαπιστώσει ποιο απ’ όλα είχε το μήκος που θα της επέτρεπε την απαιτούμενη επιτάχυνση. Μόλις έβρισκε το κατάλληλο, έχωνε το κεφάλι της, για να δει τι υπάρχει από κάτω. Είχε αδυναμία στις οροσειρές που φορούσαν χιόνια Χειμώνα-Καλοκαίρι και βρέχανε τα πόδια τους σε κάτι μακριά ποτάμια που περιτριγύριζαν τις πόλεις σαν υγρές αγχόνες. Δεν είναι ότι μισούσε τον πολιτισμό, αλλά έβρισκε τις πόλεις επικίνδυνες. Σαν η πόλη να ήταν μια μηχανή τού γκαζόν που είχε σκοπό να κάνει τα πάντα ομοιόμορφα ξεριζώνοντας τα λουλούδια που είχαν ξεπετάξει το κεφάλι τους ανάμεσα στα χορτάρια και που δεν άφηνε τίποτε να είναι πιο ψηλό, πιο παχύ, πιο στραβό.

Η κόντρα

Μετά από αρκετό ψάξιμο, το κορίτσι κατέληξε ότι το καλύτερο σύννεφο ήταν αυτό πάνω από το Τούτλινγκεν, στη νοτιοδυτική Γερμανία. Ήταν όσο χρειαζόταν πυκνό και σε αρκετό ύψος για να φτάσει το αεροπλάνο με μια καλή εκτίναξη. Και ήταν τόσο άσπρο, όσο και τα τετράποδα συννεφάκια που έβοσκαν στα λιβάδια από κάτω του. Το αγόρι που θα τη συντρόφευε σήμερα στην κόντρα δεν φαινόταν και πολύ ευχαριστημένο.

«Δεν είναι και τόσο σόι. Έχει κενά». Στραβομουτσούνιασε και κοίταξε τον ορίζοντα για κάτι καλύτερο. Το κορίτσι περίμενε υπομονετικά, όπως είχε κάνει με πολλά αγόρια ως τώρα. «Τέλος πάντων», είπε στο τέλος. «Αφού δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Αλλά δεν το έψαξες και πολύ».

Το κορίτσι ήθελε να του πει ότι είχε αρκετή εμπειρία και ότι το σύννεφο ήταν μια χαρά, αλλά σκέφτηκε να τον αφήσει να γκρινιάξει για λίγο μήπως ξεθυμάνει και αρχίσουν να ετοιμάζονται. Το αεροπλάνο για Άμστερνταμ ήταν Μπόιγκ 747 και ήθελε τέλειο συγχρονισμό αν ήθελαν να το ξεπεράσουν. Το αγόρι έκανε κόντρα με αεροπλάνο για πρώτη φορά και δεν ήθελε να τον περάσει το κορίτσι για άσχετο.

«Θα πάρεις φόρα και θα αρχίσεις να τρέχεις με όλη σου τη δύναμη, μόλις δεις το αεροπλάνο εμφανίζεται κάπου εκεί». Άπλωσε το αριστερό της χέρι και του έδειξε ψηλά, εκεί που οι δείκτες του ρολογιού θα έδειχναν δέκα η ώρα. «Θα μετρήσεις μέχρι το δεκαπέντε. Και μετά θα πηδήσεις όσο πιο ψηλά μπορείς ανοίγοντας τα χέρια και τινάζοντας το σώμα σου με όλη σου τη δύναμη. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο. Αν δεν καταφέρεις να φτάσεις δίπλα του, δεν θα μπορέσεις να πετάξεις κάτω από τα παράθυρα. Πρόσεχε. Δεν φτάνουμε ποτέ στα παράθυρα. Το θέμα δεν είναι να σπείρουμε τον πανικό. Η απόλαυση είναι για μας. Η στάση ζωής μας. Αν πηδήσεις σωστά, το μόνο που χρειάζεσαι μετά είναι καλή ισορροπία. Αλλά πρέπει να έχεις αποκτήσει τη σωστή ταχύτητα».

Το αγόρι την κοίταξε όπως θα κοιτούσε τη γιαγιά του αν προσπαθούσε να του δείξει πώς να φάει το αυγό του. «Μπορεί να μην έχω ξαναπετάξει σε κόντρες, αλλά έχω πετάξει χιλιάδες φορές. Μη μου λες πράγματα που ξέρω. Με νευριάζει τρομερά αυτό». Και της γύρισε την πλάτη δοκιμάζοντας με το πόδι του την πυκνότητα του σύννεφου, ξεφυσώντας σαν τρένο.

Το κορίτσι και πάλι δεν είπε τίποτα. Ίσως γιατί της άρεσε αυτό το αγόρι, που όταν γκρίνιαζε, τα μαλλιά του έπεφταν στα μάτια του και νευριασμένα τα έκανε στην άκρη. Αν δεν υπήρχε καθυστέρηση, το Μπόιγκ θα εμφανιζόταν σε πέντε λεπτά. Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλο και άναψαν τσιγάρο. Το αγόρι άνοιξε ένα μπουκάλι Βουργουνδίας και το κορίτσι τού πρότεινε δυο κρυστάλλινα ποτήρια. Κατέβασαν την πρώτη γουλιά μαζί σαν συνέταιροι στο έγκλημα από καιρό. Το κορίτσι τού είπε να χώσει το κεφάλι του στο σύννεφο και να κοιτάξει τη θέα κάτω από αυτό. Το Τούτλινγκεν γυάλιζε κάτω απ’ τον ήλιο. Πρασινάδα παντού. Ο Δούναβης, μια κορδέλα γύρω από τα χωριά τής Γερμανίας και της Ελβετίας. Και στο βάθος σκούρος ορίζοντας. Ο Μέλανας Δρυμός. Υπήρχε μια ησυχία, δεν ήταν ακριβώς ησυχία, ήταν όλοι μαζί οι απόηχοι της γης κλεισμένοι σε κουτί, σαν το σύννεφο να έπαιζε μια αθόρυβη, πνιχτή μουσική.

«Γι αυτές τις στιγμές κάνω αυτό που κάνω», είπε το κορίτσι. Για να μην καταλήξουμε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από θαμπωμένα τζάμια, τρώγοντας από πλαστικούς δίσκους και ακούγοντας το μωρό της μπροστινής θέσης να ουρλιάζει».

Το αγόρι της χαμογέλασε και εκείνη σάστισε για μια στιγμή. Είχε ένα χαμόγελο τόσο λευκό όσο το σύννεφο. Κοίταξε το ρολόι της και του είπε ότι ήταν ώρα να πάρουν θέση. Μια κουκίδα εμφανίστηκε ψηλά στο βάθος και το αγόρι κοκκίνισε από έξαψη.

«Είσαι έτοιμη;»

«Έτοιμη. Μην ξεκινάς ακόμη, περίμενε… Τώρα!» φώναξε και οι δυο μαζί άρχισαν να τρέχουν ουρλιάζοντας. «Πήδα!» Του φώναξε εκείνη, αλλά αυτός δεν μπόρεσε να συγχρονίσει το βήμα του. Το κορίτσι πέταξε ψηλά, άφησε το σύννεφο κάτω της και έφτασε κάτω από τα παράθυρα του αεροπλάνου. Το αγόρι μπόρεσε να σηκωθεί μόλις μερικά μέτρα πάνω από το σύννεφο. «Τίναξε το σώμα σου προς τα πάνω!» του φώναξε, αλλά ήξερε ότι δεν υπήρχε καμία περίπτωση να τη φτάσει.

Το κορίτσι δεν προσπέρασε το αεροπλάνο. Έμεινε ακίνητο στον αέρα να κοιτάζει το αγόρι που είχε επιστρέψει στο σύννεφο και μάζευε τα πράγματά του. Προσπάθησε να τον προλάβει, να του πει ότι πάντα έτσι είναι την πρώτη φορά, να τον πείσει να μείνει μαζί της. Να του πει ότι κουράστηκε να πετάει μόνη. Όταν έφτασε στο σύννεφο, αυτός είχε φύγει. Δεν είχε αφήσει τίποτε που να τον θυμίζει. Είχε πάρει ακόμη και το μπουκάλι το κρασί με τα δύο ποτήρια. Για μια στιγμή σκέφτηκε να τα παρατήσει. Τι της είχε κάνει αυτό το αγόρι;

Πήδησε από σύννεφο σε σύννεφο. Έκλαιγε, αλλά συνέχισε να αλλάζει σύννεφα μέχρι που έφτασε πάνω από το Λονδίνο. Έχωσε το κεφάλι της και είδε τον Τάμεση. Άκουσε ιαχές να έρχονται από το Γουέμπλεϊ. Θυμήθηκε ότι το να ζει έτσι ήταν πιο σημαντικό από το αγόρι. Και ξάφνου είδε μια κουκίδα ψηλά στο βάθος. Όρθια και με όλη τη δύναμή της έτρεξε, άπλωσε τα χέρια της και πήδησε ψηλότερα από κάθε άλλη φορά. Έφτασε ως τα παράθυρα του αεροπλάνου. Κοίταξε τα πρόσωπα των επιβατών για πρώτη φορά. Πρόσωπα με το στόμα ανοιχτό. Επικράτησε αναστάτωση στην καμπίνα, η αεροσυνοδός έβγαλε ανακοίνωση να μη δώσουν σημασία. Τους εξήγησε ότι είναι αυτό το παράνομο κίνημα που έχει ξεσηκώσει την κοινή γνώμη και τα συμβούλια των αεροπορικών εταιριών. Ότι πρόκειται για κάτι άμυαλα παιδιά που νομίζουν ότι κάνουν αντίσταση και ότι ο καιρός στο Λονδίνο αναμένεται αίθριος.

Το κορίτσι από την ουρά του αεροπλάνου, έφτασε στη μέση. Ένας χοντρός κύριος με γυαλιά έμεινε να την κοιτάζει με το πλαστικό πιρουνάκι στον αέρα. Η αεροσυνοδός όρθια γελούσε νευρικά. Μια γυναίκα έσφιξε τη ζώνη της. Το κορίτσι έφτασε στις πρώτες θέσεις. Θα έφτανε στον πιλότο αν δεν ερχόταν φάτσα με φάτσα με το πρόσωπο του αγοριού. Το αγόρι καθόταν στη θέση δίπλα στο παράθυρο με σβησμένα μάτια. Εκείνη άνοιξε τα δικά της μην πιστεύοντας. Το αγόρι ήταν μέσα στο αεροπλάνο κι έπινε το κρασί από ένα πλαστικό ποτήρι. Το κορίτσι ήθελε να φωνάξει αλλά δεν φώναξε. Το αγόρι γύρισε το κεφάλι του και άρχισε να μιλάει με το κορίτσι που καθόταν δίπλα του.

Leave a comment

Filed under Μικρές Ιστορίες

Happy Meal


Το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα όταν με απέλυσαν, ήταν να φάω ένα μπέργκερ. Έβαλα τον πίνακα του Μαντς να στριγγλίζει στην κούτα, πλάκωσα το Μπαμπινιώτη με το The new Oxford Dictionary of English και κάθισα στο γραφείο κοιτάζοντας την οθόνη, μέχρι που νύχτωσε. Ακόμη και την τελευταία μέρα, έμεινα πιστός στη συνήθεια να ξενυχτάω στη δουλειά.

Μπήκα στο αυτοκίνητο. Μύριζε δακρυγόνα όπως και η Αθήνα. Καπνισμένα μούτρα και καπνισμένοι τοίχοι. Μια καμμένη τράπεζα στο στενό και μια ανατιναγμένη φλέβα στο μπράτσο του εικοσάχρονου που είχε πέσει σε κώμα, κάτω από τα θρυμματισμένα γυαλιά τού πόστερ που έγραφε «Επενδύουμε στα όνειρά σου, Σπουδαστικά Δάνεια από 3,95%».  Σκουπίδια παντού. Ξεκοιλιασμένες σακούλες με τα έντερα χυμένα σε πεζοδρόμια και δρόμους. Πάνω από γρασίδια, κάτω από παγκάκια, χωμένα στις σχάρες, ακολουθούσαν τα βήματα των περαστικών μέχρι τις σκάλες του μετρό. Τοίχοι ζωγραφισμένοι με βρισιές σαν διαφημιστικά περιτυλίγματα χωρίς καλούς τρόπους. Το λεξικό τής επανάστασης.

Από όλες αυτές τις λέξεις και από όλες τις λέξεις που υπήρχαν στον κόσμο, η μόνη λέξη που εκείνη τη στιγμή έπλεε στην ξινισμένη σούπα τού μυαλού μου ήταν η λέξη «τελευταία». Τελευταία φορά που βγαίνω από την κεντρική είσοδο της διαφημιστικής. Τελευταία φορά που το αυτοκίνητό μου είναι παρκαρισμένο σε αυτή τη γωνία. Τελευταία φορά που σταματάω σε αυτά τα φανάρια. Πρώτη φορά σε δύο χρόνια που πάω να φάω ένα Big Mac. Για κάθε τι τελευταίο υπάρχει κάτι πρώτο. Μόνο που κάπου μέσα στην απέραντη απόσταση που χωρίζει το πρώτο και το τελευταίο ξεχάστηκα και προσπέρασα το McDonald’s.

«Γαμότο», σκέφτηκα. Τώρα πρέπει να γυρίσω πίσω.

Έστριψα δεξιά σε μια κάθετο για να κάνω το γύρο και να ξαναβγώ στον κεντρικό. Σκοτάδι. Ο δρόμος στενός. Οι λάμπες δεν δούλευαν. Οι κάδοι ξεχειλισμένοι. Πάτησα πάνω από τα σκουπίδια και πάνω από μία γάτα. Το κατάλαβα από την κραυγή της. Το κατάλαβα όταν είδα το κεφάλι της λιωμένο κάτω από τη ρόδα. Η γάτα ήταν νεκρή. Ο δρόμος σκοτεινός. Κανένας άνθρωπος πουθενά. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έκλαψα. Γιατί ήθελα μόνο ένα μπέργκερ και όχι το θάνατο μιας γάτας.

Συνέχισα να οδηγώ. Ο θάνατος μιας χώρας και ο θάνατος μιας γάτας. Πάτησα γκάζι για να ξεφύγω. Έσκυψα για να πάρω το κινητό μου, που είχε πέσει κάτω από το φρενάρισμα. Ένας γδούπος πάνω στο αυτοκίνητο. Ένα ποδήλατο, που πήγαινε ανάποδα στο μονόδρομο, είχε πέσει πάνω μου. Πάτησα το φρένο τόσο που μπορεί να τρύπησα το πάτωμα. Το ποδήλατο στην άκρη του δρόμου ήταν ξαπλωμένο μαζί με έναν άνθρωπο και ένα κουτί γάλα. Το αίμα ενός νεαρού Πακιστανού κυλούσε από τη μία και το γάλα κυλούσε από την άλλη. Περίμενα να ενωθούν για να δω τι χρώμα θα βγει, αλλά το αίμα πηχτό σκέπασε το γάλα. Ο άνθρωπος δεν ανέπνεε. Σκέφτηκα ότι και γι’ αυτόν ήταν η τελευταία φορά που αγόραζε γάλα. Η τελευταία μέρα που είχε πλύνει τζάμια στα φανάρια. Η πρώτη φορά που είχα σκοτώσει έναν άνθρωπο. Κοίταξα γύρω μου. Κανένας μάρτυρας. Τι ήθελε τόσο αργά να πηγαίνει αντικανονικά με μαύρα ρούχα και μαύρα μούτρα, χωρίς φώτα; Τι στο διάολο γύρευε τόσο μακριά από τη χώρα του; Γιατί ήρθε να πεθάνει στη δική μου και διάλεξε εμένα για να τον βοηθήσω να πάει στον Μωάμεθ;

Ξαναμπήκα στο αυτοκίνητο. Έστριψα στο τετράγωνο δεξιά για να βγω στην πλατεία. Να φτάσω στο McDonald’s, να πάρω τη σακούλα με το Big Mac και να τρέξω να κρυφτώ στο σπίτι. Ο στενός δρόμος τελείωνε μετά από μερικά μέτρα. Η πλατεία έλαμπε με τα εστιατόρια, τις καφετέριες, τις τράπεζες και τα McDonald’s. Ανέγγιχτη κάτω από τα φώτα, σαν περιδέραιο που γλύτωσε το ριφιφί. Σαν Αθήνα στολισμένη για βίζιτα. Έπρεπε να κάνω υπομονή λίγο ακόμη. Σε λίγα δευτερόλεπτα, θα μπορούσα να φύγω από το σκοτάδι και να βγω στο φως.

Στη διασταύρωση, δύο υπάλληλοι της ΔΕΗ με εμπόδιζαν να περάσω. Ο ένας στεκόταν καταμεσής στον δρόμο και έφεγγε με τον φακό στον άλλον. Ένας κάδος δίπλα έκανε την έξοδο στενή. Ίσα-ίσα που χωρούσε μηχανάκι. Δεν είχα μηχανάκι. Είχα ένα τζιπ που θα έπρεπε να βάλω σε πωλητήριο από αύριο το πρωί. Κόρναρα. Δεν  μου έδωσαν σημασία. Έπρεπε να βγω στο φως. Τα McDonald’s πόζαραν απέναντι. Ξανακόρναρα. Σκάλιζαν ένα κουτί με καλώδια. Σκυμμένοι με την πλάτη στο δρόμο άνοιγαν και έκλειναν το φως, κατά βούληση. Αποφάσιζαν σε ποιους θα το κόψουν και ποιους θα αφήσουν να φωτίζονται. Οι τράπεζες στην πλατεία ήταν φωτισμένες. Το σπίτι μου θα βυθιζόταν στο σκοτάδι, γιατί σε λίγο δεν θα είχα να πληρώσω τον λογαριασμό.

Θα μπορούσα να βρω άλλο στενό, να κάνω ένα μικρό γύρο, να βγω στην πλατεία από αλλού, να μπω στο ντράιβ ιν του McDonald’s και να πάρω το ζουμερό μου μπέργκερ με την σπέσιαλ σος, βασισμένη στη μυστική συνταγή, που είχα διαφημίσει τόσες φορές. Μετά να πάω σπίτι, να πω σε όλους ότι με απέλυσαν και να καθίσω να το φάω, βλέποντας στην τηλεόραση τις διαδηλώσεις και ακούγοντας τους πολιτικούς.

Αλλά δεν το έκανα. Έστριψα το τιμόνι σαν να ήταν στόχαστρο και πάτησα το γκάζι. Έπεσα πάνω στους δύο υπαλλήλους της ΔΕΗ με φουλ ταχύτητα. Είδα τα πρόσωπά τους να στρίβουν προς το μέρος μου για πρώτη και για τελευταία φορά, καθώς φωτίζονταν από τους προβολείς μου με μάτια γουρλωμένα και στόμα ανοιχτό, δευτερόλεπτα πριν τους εκτελέσω. Το αίμα τους πιτσίλισε το αυτοκίνητό μου σαν την κέτσαπ που βάζουν στις πατάτες. Δεν ξέρω γιατί το έκανα. Δεν ήθελα να φτάσω ως εκεί. Εγώ, το μόνο που ήθελα ήταν να φάω ένα μπέργκερ.

Leave a comment

Filed under Μικρές Ιστορίες

Lip unsync


Mediocrity is an ongoing struggle for excellence.’ (Unknown philosopher, 21st century)

So it’s like this. The moment John Smith crosses the traffic lights confident they turned green just for him, he glimpses a pair of lips walking beside him, all covered in a warm camel coat. Not a face with a big pair of lips, not a woman with flaming red hot fiery lips. Just a single, faceless pair of lips. John Smith freezes right there in the middle of the street, eyes popping out, and watches the lips which, tucked inside their coat and lip balm, land securely on the pavement, across the road. With no feeling on his legs – even though he still has them, in contradiction to the lips which have no nose, no eyes and no ears, he reaches the pavement too and grabs a pole struggling not to lose his senses. It must be the after effect of the nipping cold. Frozen grey cells and illusions. But if this is all a mental twitch, then why are the lips walking toward him, staying ajar for a couple of seconds, and then speaking in a warm concerned voice?

‘Are you all right?’


‘Can I help you in any way? You’re white as a sheet.’

John Smith pulls his tonsils together and utters sound.

‘No, I’m fine…,’ and as he leans to the right he moves to the left, almost falling under the wheels of a speeding sewage truck.

The lips cringe and their ruby red colour seems to fade.

‘You definitely need a hot cup of tea, and I’m not taking no for an answer.’

John Smith is tugged two streets down to the Zanzibar Café. He looks at the passing crowd, but detects no signs of reaction. He is walking side by side with a pair of lips and no one gives a damn shit. Either people have entirely lost their ability to be surprised or he’s gone nuts and he’s not walking with a pair of lips at all but alone. He talks alone, sits on the Zanzibar Café stool alone and orders cappuccino and a cup of jasmine tea with brown sugar in perfect solitude.

 ‘Are you feeling better?’

The lips lean tentatively toward him glowing with warmth and kindness. John Smith decides to clear up the situation. He looks down at his undone shoe lace, looks at the barman banging the cups indifferently and looks at the lips licking at a drop of tea that shamelessly tries to escape.

‘Well… don’t get me wrong… err, I mean… it’s just that… you know, you are a pair of lips. Not that you’re missing anything. There are loads of people around called people with special needs though we all know they have special capabilities. And certainly, I’m not insinuating anything when I say you’re special. I mean, don’t take me for a racist or anything. I don’t put people into categories according to their colour or anything. The fact that you’re brand bright red is not the issue here. It’s just that it’s the first time I’ve met someone who shares your, err… morphology. Not that I’m an expert when it comes down to genetics. Or geography for that matter. It’s not like I’ve travelled to the ends of the earth. I’ve done my share of London and Paris, and I’ve popped over to Budapest for a business trip. It might well be that the inhabitants of a distant island look exactly like you. As a matter of fact, they probably do. What do we know? So, please forgive me if I sound kind of ignorant and indiscreet…’

Pause for a bit of breath catching and sweat sweeping. The heat is torturing his Adam’s apple. He bites his lips waiting for an answer.

A roar of laughter fills the bar and saves him from his agony. The lips show off their sparkling white teeth and the bar transforms into a happy place.

‘I should have realised you were surprised by my appearance,’ they say, smiling graciously. Surprised by their appearance? What an overwhelmingly  modest way to describe that a pair of lips lives among us.

‘What do you think a person who has a lot to say should look like?’ He becomes serious all of a sudden. ‘Should he have big, melancholic eyes? Or maybe thick, bushy eyebrows for a defiant look? What about a long, hooked nose to distinguish a sophisticated person from the mass?’

He bites his lower lip and leans over to John Smith as if entrusting him with an important secret.

‘No, my dear man. He who has a lot to say possesses above all a big mouth.’

‘But, you have nothing but this.’

‘Imagine how much I have to say, then.’

    John Smith thinks it over for a minute and finds it quite sensible. The man wants to talk. And the fact that he, John Smith, is not a huge ear doesn’t demonstrate mammalian perfection but an inability to take the act of hearing into a higher level. The reason he hasn’t got anything great to show is in fact proof of his insufficiency. No part of his body sticks out. His eyes, neither large nor small, don’t let him see far enough. His nose, neither long not short, cannot sniff out the unique. His palms, attached to their indifferent fingers, neither give more nor take more. And with these legs there’s definitely no hope of taking a great leap. He’s condemned to oblivion from his insignificant birth to his absolutely mediocre death. How terrible.

‘Terrible,’ he exclaims, hitting his cup against the saucer.

‘Yes. I kind of understand what you’re getting at,’ the lips say, tightened. ‘It’s nonsense to talk today. Not with where the world is heading. Political correctness, CCTV, religious wars. They make you feel like a terrorist for just handing them your airline ticket. Back to the Middle Ages. You’re right. What’s the point?’

The lips curve and order a vodka shot. ‘Shall I order one for you?’

‘No, thanks.’ John Smith rushes to solve the misunderstanding. ‘You know, when I said terrible, I didn’t mean…’

‘Leave it, my friend. You don’t need to try and comfort me. A pair of lips doesn’t have enough saliva even to spit these days. This whole talking business is more like a daydream.’

And with a sharp movement they gulp the vodka like cough medicine.

‘Get me one more,’ they order the barman. ‘It took me many years to erase all my unnecessary features and concentrate on the one I thought – more fool me – would help me change something. I’m so thankful I bumped into you. You, my friend, with your realism and honesty made me realise how pointless the whole thing was from the beginning. So obliged. Are you sure you don’t want a shot?’

And he gulps the second one down like a crocodile feasting on wildebeest.

John Smith tries to explain.

    ‘When I said ‘the horror’ I was referring to something that crossed my mind. About me, not you.’

‘One more vodka, please.’

‘I lack your audacity and imagination. I’m afraid I’m a mundane and common person, while you are… how can I put it… extraordinary entirely. I mean, however you see it, you are completely different from the rest and the role models imposed by, you know who.’ He points to the ceiling and its polyester stars. ‘It’s impossible to escape the laws that want us made in His own image.’

‘Too damn right impossible!’ The lips fold around the miniature glass and devour it along with the liquid. As their teeth chew the slivers like ice cubes, John Smith notices two small nostril like holes above the upper lip which weren’t there before.

‘Oh my God!’ he exclaims.

‘Spot on,’ the lips exclaim. ‘And who am I to challenge the existence of God? Why is it so bad to behave like sheep? It’s not a big secret he’s got a soft spot for the animal.’

He turns to the barman. ‘Bring us a bottle of Stolichnaya.’

‘This is just a terrible misunderstanding,’ John Smith objects. ‘I simply used a clichéd phrase to draw your attention to the…’ and he points at the nostrils. ‘Something’s growing up there that I think needs your attention.’

‘Yep! Growing like vegetables in a field. So what? Vegetables in their ignorance live in bliss. They enjoy the sun and the rain and don’t even think about it when they see the blade of the knife. I’m sure they take it for the sun and sway in happiness as they see it coming closer and closer until,’ he rubs his thumb across his neck, ‘their life’s cut before they know it. Vegetables are the answer to the problems of the world.’

He grabs the bottle and downs it while John Smith witnesses, hopelessly trying to cover his eyes, nose, eyes, ears, hair popping out one after the other until a perfectly normal and plain looking man stands next to him squeezing the bottle of Stoli to its last drop. The man turns and looks at John Smith as if for the first time.

‘So glad I met you, pal. What’s your name again?’

‘John Smith,’ he mumbles. ‘And you?’

 ‘Tom Brown,’ the man answers and pats him on the shoulder. ‘How do you feel about grabbing a beer tomorrow evening? My treat.’

 ‘…If you insist.’

‘Cut the formalities, Johnny. You did something great for me today.’

And they step out of the bar walking in average strides, shutting their eyes to the blinding winter sun while getting sucked in by the vacuum of city noise. Two men of average height, one relieved and one slightly tortured by the suspicion that his great achievement doesn’t smell of success. On the contrary, it emits an unpleasant odour, that of course may be coming up from the sewer, the lid of which stands a little bit closed, a little bit open, a little bit of everything, as they pass.


Leave a comment

Filed under Short Stories